Στάθηκε λαχανιασμένος μπροστά στο θυροτηλέφωνο της πολυκατοικίας, με ένα
πακέτο κάτω από τον ώμο και ένα μηχανάκι στο χέρι για την ηλεκτρονική υπογραφή
παραλαβής παραγγελιών και έψαξε να βρει το κουδούνι του παραλήπτη. Είχε μαλλί
κοντό, γκριζαρισμένο, φαλάκρα αρχινισμένη, πολλά περιττά κιλά, φορούσε μια
ταλαιπωρημένη φόρμα εργασίας με το λογότυπο της εταιρίας κούριερ στην οποία έκανε
κι από κανένα μεροκάματο τελευταία. Σαρανταπεντάρης αλλά φαινόταν σαν να είχε από καιρό πατημένα τα πενήντα.
Χτύπησε και περίμενε.
- Ορίστε, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.
- Ένα πακέτο για τον κύριο Χρυσάνθεμο. Είναι στο σπίτι για να το παραλάβει;
- Ο ίδιος δεν είναι εδώ, αλλά είμαι η σύζυγος, ανεβείτε στον τρίτο ορόφο, πρώτη πόρτα δεξιά.
Ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος για το άνοιγμα της πόρτας. Αυτός την έσπρωξε
με τον ώμο και προχώρησε στην ευρύχωρη είσοδο κοιτάζοντας να δει που βρίσκεται
το ασανσέρ. Πολύ χλιδή, σκέφτηκε. Για να δούμε θα προκύψει μπουρμπουάρ ή πάλι
τζίφος;
Το ασανσέρ έφτασε στον τρίτο. Βγήκε και προχώρησε για να παραδώσει το
πακέτο. Αυτή περίμενε μπροστά στην πόρτα. Της έδωσε το κιβώτιο και μετά πρόταξε
το μηχανάκι για να υπογράψει. – Εδώ υπογράφετε, είπε. Τότε το βλέμμα του στράφηκε
για πρώτη φορά προς αυτήν και όταν διασταυρώθηκαν οι ματιές τους, αυτός συνταράχθηκε κι εκείνη έβγαλε ένα ακούσιο «ααα».
Δεν είπαν λέξη, εκείνη πήρε το πακέτο, υπόγραψε και αυτός βιαστικά
απομακρύνθηκε προς το ασανσέρ. Δεν προέκυψε φιλοδώρημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου